Ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό. Έχει τη δυνατότητα να μεταβάλλει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και αναπτύσσεται αλλά παράλληλα να μεταβάλλεται και από αυτό. Επίσης είναι ον παρατηρητικό. Πολύ δύσκολα μπορεί κάποιος να πιστέψει σε μια ιδέα, ένα περιστατικό, μια διήγηση αν δεν την παρατηρήσει και ο ίδιος άμεσα. Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα είναι οι θρησκόληπτοι με την κακή έννοια και οι θιασώτες του «Πίστευε και μη ερεύνα».
Στην μικρή εμπειρία που έχω αποκομίσει σαν σκεπτόμενος άνθρωπος, παρατηρώ και συνεχίζω να παρατηρώ αλλαγές. Αλλαγές στην κοινωνία, στη πολιτική, στο τρόπο ζωής μας και σε πολλές άλλες πτυχές της καθημερινότητας. Αρκετές φορές σκέφτηκα, ή μάλλον αναλογίστηκα, πως μπορώ από την πλευρά μου να αλλάξω κάτι ή να ταχθώ υπέρ των πολλών διαφωνούντων φωνών που πληθαίνουν καθημερινά. Δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφερα τίποτα πέρα από ασφαλείς ιδεολογικές συζητήσεις και κάποιες λιγοστές πράξεις συμπαράστασης που όμως φαντάζουν ανούσιες μερικές φορές.
Μπορεί ο Μίκης Θεοδωράκης στο παρελθόν να ταλανιζόταν από το ένα πολιτικό άκρο στο άλλο, εν τούτοις κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο συγκεκριμένος συνθέτης είναι σκεπτόμενο ον. Μια συνέντευξη του, την οποία είχα παρακολουθήσει πριν από 3-4 χρόνια στη τηλεόραση, με είχε βάλει σε σκέψεις όσον αφορά τη δύναμη που κρύβουμε μέσα μας. Με λίγα λόγια, ο Θεοδωράκης περιέγραφε μια συμπεριφορά όπου αν δεν μας αρέσει κάτι, αντιδρούμε και το αλλάζουμε. Δεν θέλουμε να πληρώσουμε διόδια γιατί θεωρούμε ότι το κόστος είναι δυσανάλογο των υπηρεσιών, απλά δεν πληρώνουμε. Δεν θέλουμε να ψηφίσουμε γιατί κανείς απλά δεν προσφέρει αυτά που ευαγγελίζεται, απλά δεν κατεβαίνουμε στις κάλπες. Δεν θέλουμε να γίνουμε τα γρανάζια του καπιταλισμού, απλά δεν δουλεύουμε σε πολυεθνικές επιχειρήσεις-κολοσσούς. Όλα αυτά φαντάζουν δύσκολα ακόμα και στα λόγια, πόσο μάλλον στη πράξη.
Πραγματικά, πολλές φορές παρατηρούσα τα κακώς κείμενα και επιθυμούσα να τα αλλάξω, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν μαγικά ραβδιά στον 21ο αιώνα. Οι άστεγοι στην Πλ. Ομονοίας και στην Πλ. Κουμουνδούρου, τα παιδιά των φαναριών στη Λ. Συγγρού, οι νεόπλουτοι στα ακριβά στέκια της παραλιακής και χιλιάδες άλλες παραφωνίες είναι μερικά από τα παραδείγματα που μπορώ να σκεφτώ αυτή την στιγμή. Και για να βγούμε και για λίγο εκτός συνόρων, ο εμφύλιος στην Γάζα, τα παιδιά στην τριτοκοσμικές χώρες της μαύρης ηπείρου, οι δικτατορίες στην Κούβα και σε άλλα κράτη. Ο κατάλογος είναι πραγματικά τεράστιος. Σε αυτές τις στιγμές όμως φαίνεται η διαφορά μεταξύ δυο ανθρώπων. Από την μία έχεις τους ιδεαλιστές που απλά σχολιάζουν εκ του ασφαλούς και προτρέπουν τον απλό λαό να αντιταχθεί και από την άλλη έχεις τους ενεργούς αντιδρώντες, τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, την Greenpeace και πολλές άλλες ενεργές οργανώσεις. Στη μέση βρίσκομαι εγώ, ο οποίος προσπαθεί να ομοιάσει με την δεύτερη κατηγορία αλλά πραγματικά κάτι τέτοιο φαντάζει πολύ δύσκολο. Όσο μεγαλώνεις βολεύεσαι λένε κάποιοι… Στην περίπτωση μου, ποτέ κάτι τέτοιο δεν φάνταζε τόσο επίκαιρο....
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007
Dedication
Δυστυχώς οι μέρες που πέρασαν συνοδεύτηκαν από ένα πολύ δυσάρεστο προσωπικό γεγονός. Δεν έχεις να πεις πολλά πράγματα όταν βρίσκεσαι απέναντι στο θάνατο. Απλά τον αποδέχεσαι στο μέτρο του δυνατού. Ο χρόνος λένε είναι ο καλύτερος γιατρός και ίσως να είναι, αν και πολλά βιώματα μεταφέρονται και μένουν ανεξίτηλα στον ψυχισμό μας οπότε δεν τίθεται θέμα να σβηστεί κάτι – απλά ξεθωριάζει.
Πριν από μερικά χρόνια συνέβη ένα γεγονός που έμελλε να στιγματίσει τη ζωή μου για πάντα. Νέος, γύρω στα 23, με οράματα για το μέλλον και όρεξη για την πραγματοποίηση αυτών βρέθηκα πάλι μπροστά από το δυσβάστακτο φορτίο του θανάτου. Μόνο που εκείνη την φορά το φορτίο ήταν απείρως μεγαλύτερο από οτιδήποτε άλλο έχω σηκώσει. Δεν ξέρω για όλους τους άλλους συνανθρώπους μου, αλλά προσωπικά μέχρι εκείνη την στιγμή της ζωής μου δεν μπορούσα να συλλάβω την έννοια του θανάτου. Είχα βέβαια χάσει τους δύο μου παππούδες και την μία γιαγιά μου αλλά από την μία η μεγάλη τους ηλικία και από την άλλη η φύση του ανθρώπου και η ροπή του προς το θάνατο συνέβαλλαν στο να περάσει αυτή η εμπειρία όσο πιο ομαλά γινότανε. Το γεγονός όμως που δεν μπορούσα να συλλάβω ήταν ο θάνατος μικρών σε ηλικία ατόμων και δη φίλων μου.
Η εν λόγω κοπέλα ήταν συμφοιτήτρια μου κατά την περίοδο που σπούδαζα στο εξωτερικό. Διέθετε σπάνιο και ευχάριστο χαρακτήρα και αυτό ήταν κάτι στο οποίο – κατά γενική ομολογία – συμφωνούσαν όλοι όσοι την ήξεραν. Ο αιφνίδιος θάνατος της ήταν κάτι που σημάδευσε τη ζωή μου για πάντα . Η λύπη και η οδύνη που ένιωσα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Η αίσθηση και η σκέψη ότι συνομιλείς με κάποιον το πρωί, και το απόγευμα φεύγει από τη ζωή είναι κάτι το οποίο όσο «σκληρό» χαρακτήρα και να διαθέτει κάποιος δεν μπορεί να αποδεχθεί. Ιδιαίτερα για ένα κορίτσι 23 ετών που έβλεπε το μέλλον να ξεδιπλώνεται μπροστά της, έτοιμο να το διεκδικήσει και να το διαμορφώσει. Δεν έχω κατασταλάξει αν το «πεπρωμένο φυγείν αδύνατο» αλλά όλη μου η ζωή μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα περιστρεφόταν στον άξονα ότι τα αγαπημένα μου πρόσωπα θα είναι πάντα εκεί όποτε τα χρειαστώ. Από τότε όμως και μετά προσπαθώ κάθε μέρα που περνάει να συνειδητοποιήσω ότι αυτό δεν θα είναι πάντα εφικτό – δυστυχώς. Αν και έχω κάνει βήματα «προόδου» σε αυτόν τον τομέα, γνωρίζω μάλλον εκ των προτέρων ότι αν η μοίρα με φέρει πάλι μπροστά σε ένα τέτοιο γεγονός θα λυγίσω. Και όχι μόνο θα λυγίσω αλλά δεν θα μπορέσω να συνειδητοποιήσω ακόμα μια φορά ότι οι άνθρωποι φεύγουν ακόμα και σε μικρή και τρυφερή ηλικία. Η λέξη «αδικία» φαντάζει μερικές φορές πολύ μικρή.
Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το post σε αυτή την κοπέλα ως ελάχιστο φόρο τιμής. Αν και το «κίνητρο» για να γράψω αυτές τις σκέψεις αποτέλεσε ο θάνατος ενός άλλου κοντινού μου προσώπου, εν τούτοις τίποτα δεν συγκρίνεται με εκείνη την αίσθηση. Το μεσημέρι μου έλεγε ότι πάει μια βόλτα. Δυστυχώς δεν γύρισε ποτέ από εκείνη τη βόλτα….
Πριν από μερικά χρόνια συνέβη ένα γεγονός που έμελλε να στιγματίσει τη ζωή μου για πάντα. Νέος, γύρω στα 23, με οράματα για το μέλλον και όρεξη για την πραγματοποίηση αυτών βρέθηκα πάλι μπροστά από το δυσβάστακτο φορτίο του θανάτου. Μόνο που εκείνη την φορά το φορτίο ήταν απείρως μεγαλύτερο από οτιδήποτε άλλο έχω σηκώσει. Δεν ξέρω για όλους τους άλλους συνανθρώπους μου, αλλά προσωπικά μέχρι εκείνη την στιγμή της ζωής μου δεν μπορούσα να συλλάβω την έννοια του θανάτου. Είχα βέβαια χάσει τους δύο μου παππούδες και την μία γιαγιά μου αλλά από την μία η μεγάλη τους ηλικία και από την άλλη η φύση του ανθρώπου και η ροπή του προς το θάνατο συνέβαλλαν στο να περάσει αυτή η εμπειρία όσο πιο ομαλά γινότανε. Το γεγονός όμως που δεν μπορούσα να συλλάβω ήταν ο θάνατος μικρών σε ηλικία ατόμων και δη φίλων μου.
Η εν λόγω κοπέλα ήταν συμφοιτήτρια μου κατά την περίοδο που σπούδαζα στο εξωτερικό. Διέθετε σπάνιο και ευχάριστο χαρακτήρα και αυτό ήταν κάτι στο οποίο – κατά γενική ομολογία – συμφωνούσαν όλοι όσοι την ήξεραν. Ο αιφνίδιος θάνατος της ήταν κάτι που σημάδευσε τη ζωή μου για πάντα . Η λύπη και η οδύνη που ένιωσα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Η αίσθηση και η σκέψη ότι συνομιλείς με κάποιον το πρωί, και το απόγευμα φεύγει από τη ζωή είναι κάτι το οποίο όσο «σκληρό» χαρακτήρα και να διαθέτει κάποιος δεν μπορεί να αποδεχθεί. Ιδιαίτερα για ένα κορίτσι 23 ετών που έβλεπε το μέλλον να ξεδιπλώνεται μπροστά της, έτοιμο να το διεκδικήσει και να το διαμορφώσει. Δεν έχω κατασταλάξει αν το «πεπρωμένο φυγείν αδύνατο» αλλά όλη μου η ζωή μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα περιστρεφόταν στον άξονα ότι τα αγαπημένα μου πρόσωπα θα είναι πάντα εκεί όποτε τα χρειαστώ. Από τότε όμως και μετά προσπαθώ κάθε μέρα που περνάει να συνειδητοποιήσω ότι αυτό δεν θα είναι πάντα εφικτό – δυστυχώς. Αν και έχω κάνει βήματα «προόδου» σε αυτόν τον τομέα, γνωρίζω μάλλον εκ των προτέρων ότι αν η μοίρα με φέρει πάλι μπροστά σε ένα τέτοιο γεγονός θα λυγίσω. Και όχι μόνο θα λυγίσω αλλά δεν θα μπορέσω να συνειδητοποιήσω ακόμα μια φορά ότι οι άνθρωποι φεύγουν ακόμα και σε μικρή και τρυφερή ηλικία. Η λέξη «αδικία» φαντάζει μερικές φορές πολύ μικρή.
Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το post σε αυτή την κοπέλα ως ελάχιστο φόρο τιμής. Αν και το «κίνητρο» για να γράψω αυτές τις σκέψεις αποτέλεσε ο θάνατος ενός άλλου κοντινού μου προσώπου, εν τούτοις τίποτα δεν συγκρίνεται με εκείνη την αίσθηση. Το μεσημέρι μου έλεγε ότι πάει μια βόλτα. Δυστυχώς δεν γύρισε ποτέ από εκείνη τη βόλτα….
Κυριακή 24 Ιουνίου 2007
Free time...We want more!!
Θυμάμαι παλιά τους γονείς μου που με προέτρεπαν να κάνω σχέδια για τη ζωή μου και όσο μπορώ να προσπαθώ να τα εκπληρώνω. Σε γενικές γραμμές ακολούθησα τη συμβουλή τους όχι τόσο με τη μορφή υπακοής όσο γιατί ενδόμυχα πίστευα ότι αυτό θα με βοηθούσε να πετύχω περισσότερα επιτεύγματα. Έχω φτάσει σε μια ηλικία που ούτε μπορώ να ισχυριστώ ότι έχω αποκτήσει όσες εμπειρίες μου αναλογούν αλλά ούτε ότι δεν μπορώ να εκφράσω μια τεκμηριωμένη γνώμη για κάποια πράγματα. Ένα θέμα λοιπόν για το οποίο είμαι αρκετά σίγουρος είναι ότι ο σχεδιασμός, αν και ωφέλιμος, τις περισσότερες φορές είναι μάταιος μιας και τίποτα δεν μπορεί να προσχεδιαστεί απόλυτα.
Στο www.blogspace.gr παρακολούθησα ένα πολύ ενδιαφέρον post με θέμα το πόσο συχνά θα πρέπει (?) να ανανεώνουμε το ιστολόγιο μας. Ακούστηκαν αρκετές απόψεις αν και το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών ανανεώσεων του blog ποικίλει και μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες του κάθε χρήστη. Είμαι νέος ακόμα στα blogs και πίστευα ότι δύο με τρεις ανανεώσεις τη βδομάδα είναι μια καλή και επιτεύξιμη συχνότητα. Έκανα όμως λάθος.
Σήμερα ήταν το τρίτο Σαββατοκύριακο το οποίο χρειάστηκε να εργαστώ όλη μέρα και παράλληλα το πιο κουραστικό. Οδηγώντας προς το σπίτι αναλογίστηκα και συνειδητοποίησα πόσο άλλαξαν οι ρυθμοί ζωής μου μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Από την ανεμελιά των φοιτητικών χρόνων πέρασα στην άγρια και κουραστική καθημερινότητα. Το αποτέλεσμα αυτού: η συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου. Κατά τη γνώμη μου, όλες οι έννοιες μπορούν να σχεδιαστούν σαν ένα παραλληλόγραμμο με σταθερό εμβαδόν. Μπορείς να μεταβάλλεις όσο επιθυμείς τις δύο διαστάσεις του αλλά κατά 99% δεν θα μπορέσεις ποτέ να αυξήσεις το εμβαδόν του. Ας πάρουμε για παράδειγμα την εργασία μας. Εκτός από τις ελάχιστες περιπτώσεις των εισοδηματιών και άλλων παρεμφερών επαγγελμάτων όλοι οι υπόλοιποι χρειάζεται να εργαστούμε για να ζήσουμε. Έχουμε επομένως να διαλέξουμε μεταξύ δύο πόλων. Πολλά χρήματα και πολλές ώρες εργασίας από την μία, λιγότερα χρήματα και περισσότερος ελεύθερος χρόνος από την άλλη. Μεταξύ αυτών των δύο πόλων υπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες περιπτώσεις. Όσο και να έχω προσπαθήσει δεν έχω βρει τρόπο να επιλέξω κάτι που θα απαιτεί λίγες ώρες ενασχόλησης και θα αποδίδει πολλά χρήματα ή σύμφωνα με την δική μου οπτική να αυξήσω το εμβαδόν του παραλληλογράμμου «απολαβές-ελεύθερος χρόνος». Προσωπικά, και πιθανότατα λόγω ανασφαλειών, έχω επιλέξει το παραλληλόγραμμο μου να έχει μεγαλύτερη την πρώτη πλευρά. Πραγματικά ζηλεύω αυτούς που έχουν επιλέξει τη δεύτερη.
Λένε πως μόνο όταν αποχωρίζεσαι κάτι καταλαβαίνεις την αξία του. Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι απλά κάποιες ώρες της ημέρας μας όμοιες με όλες τις άλλες. Είναι αγαθό. Κατά τη διάρκεια του απελευθερώνουμε το συσσωρευμένο άγχος της ημέρας και ασχολούμαστε με οτιδήποτε μας ευχαριστεί. Ειλικρινά νιώθω δέσμιος αυτής της έννοιας και για να επανέλθω λίγο στο θέμα με το οποίο άνοιξα το post μου, ποτέ ο ελεύθερος χρόνος δεν σχεδιάζεται. Όσο και να προσπαθήσεις να τον οριοθετήσεις, στο τέλος ότι πρόγραμμα έχει τεθεί θα αποδειχθεί μη ρεαλιστικό. Έφτασα έτσι στο συμπέρασμα ότι η ανανέωση του blog μου 2-3 φορές τη βδομάδα είναι κάτι το μη επιτεύξιμο για μένα. Προσωπικά με λειπεί το γεγονός αυτό διότι αλλιώς ξεκίνησα και αλλού έφτασα. Μερικές φορές σκέφτομαι να γυρίσω σελίδα και να αλλάξω τρόπο ζωής. Δυστυχώς όμως νιώθω πολύ ευθραυστος για να το κάνω. Ίσως θα πρέπει να βρω συμπαραστάτες ... πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο.
Στο www.blogspace.gr παρακολούθησα ένα πολύ ενδιαφέρον post με θέμα το πόσο συχνά θα πρέπει (?) να ανανεώνουμε το ιστολόγιο μας. Ακούστηκαν αρκετές απόψεις αν και το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών ανανεώσεων του blog ποικίλει και μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες του κάθε χρήστη. Είμαι νέος ακόμα στα blogs και πίστευα ότι δύο με τρεις ανανεώσεις τη βδομάδα είναι μια καλή και επιτεύξιμη συχνότητα. Έκανα όμως λάθος.
Σήμερα ήταν το τρίτο Σαββατοκύριακο το οποίο χρειάστηκε να εργαστώ όλη μέρα και παράλληλα το πιο κουραστικό. Οδηγώντας προς το σπίτι αναλογίστηκα και συνειδητοποίησα πόσο άλλαξαν οι ρυθμοί ζωής μου μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Από την ανεμελιά των φοιτητικών χρόνων πέρασα στην άγρια και κουραστική καθημερινότητα. Το αποτέλεσμα αυτού: η συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου. Κατά τη γνώμη μου, όλες οι έννοιες μπορούν να σχεδιαστούν σαν ένα παραλληλόγραμμο με σταθερό εμβαδόν. Μπορείς να μεταβάλλεις όσο επιθυμείς τις δύο διαστάσεις του αλλά κατά 99% δεν θα μπορέσεις ποτέ να αυξήσεις το εμβαδόν του. Ας πάρουμε για παράδειγμα την εργασία μας. Εκτός από τις ελάχιστες περιπτώσεις των εισοδηματιών και άλλων παρεμφερών επαγγελμάτων όλοι οι υπόλοιποι χρειάζεται να εργαστούμε για να ζήσουμε. Έχουμε επομένως να διαλέξουμε μεταξύ δύο πόλων. Πολλά χρήματα και πολλές ώρες εργασίας από την μία, λιγότερα χρήματα και περισσότερος ελεύθερος χρόνος από την άλλη. Μεταξύ αυτών των δύο πόλων υπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες περιπτώσεις. Όσο και να έχω προσπαθήσει δεν έχω βρει τρόπο να επιλέξω κάτι που θα απαιτεί λίγες ώρες ενασχόλησης και θα αποδίδει πολλά χρήματα ή σύμφωνα με την δική μου οπτική να αυξήσω το εμβαδόν του παραλληλογράμμου «απολαβές-ελεύθερος χρόνος». Προσωπικά, και πιθανότατα λόγω ανασφαλειών, έχω επιλέξει το παραλληλόγραμμο μου να έχει μεγαλύτερη την πρώτη πλευρά. Πραγματικά ζηλεύω αυτούς που έχουν επιλέξει τη δεύτερη.
Λένε πως μόνο όταν αποχωρίζεσαι κάτι καταλαβαίνεις την αξία του. Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι απλά κάποιες ώρες της ημέρας μας όμοιες με όλες τις άλλες. Είναι αγαθό. Κατά τη διάρκεια του απελευθερώνουμε το συσσωρευμένο άγχος της ημέρας και ασχολούμαστε με οτιδήποτε μας ευχαριστεί. Ειλικρινά νιώθω δέσμιος αυτής της έννοιας και για να επανέλθω λίγο στο θέμα με το οποίο άνοιξα το post μου, ποτέ ο ελεύθερος χρόνος δεν σχεδιάζεται. Όσο και να προσπαθήσεις να τον οριοθετήσεις, στο τέλος ότι πρόγραμμα έχει τεθεί θα αποδειχθεί μη ρεαλιστικό. Έφτασα έτσι στο συμπέρασμα ότι η ανανέωση του blog μου 2-3 φορές τη βδομάδα είναι κάτι το μη επιτεύξιμο για μένα. Προσωπικά με λειπεί το γεγονός αυτό διότι αλλιώς ξεκίνησα και αλλού έφτασα. Μερικές φορές σκέφτομαι να γυρίσω σελίδα και να αλλάξω τρόπο ζωής. Δυστυχώς όμως νιώθω πολύ ευθραυστος για να το κάνω. Ίσως θα πρέπει να βρω συμπαραστάτες ... πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο.
Ετικέτες
ελεύθερος χρόνος,
εμβαδόν,
παραλληλόγραμμο
Κυριακή 17 Ιουνίου 2007
Times Change (part II)
Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα προάστειο της Αττικής το οποίο δεν ήταν τόσο πυκνοκατοικημένο ώστε να με κάνει να νιώθω κλειστοφοβικά αλλά ούτε και τόσο κυριλέ ώστε ίσως να συντελούσε στο να διαφθείρει τον χαρακτήρα μου. Παρόλα αυτά, τα πρώτα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα σε ένα νησί του Ιονίου και μετέπειτα στο κέντρο της Αθήνας, σε μια πολυκατοικία επί της 3ης Σεπτεμβρίου. Αν και ήμουνα αρκετά μικρός, θυμάμαι ακόμα το σχολείο μου. Βρισκόταν επί της Αριστοτέλους, ανάμεσα σε τσιμεντένιες πολυκατοικίες οι οποίες δημιουργούσαν ένα σκηνικό ακατάλληλο για στέγαση σχολείου. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες καθώς το αντίκρυζες ήταν η τεράστια, ψηλή και γκρίζα καγκελόπορτα του και το υποτυπώδες προαύλιο με 2 μπασκέτες σε κάθε του άκρη. Τα διαλείμματα ήταν σκέτη κόλαση. Ο ένας έπεφτε πάνω στον άλλον και ουκ ολίγες φορές, λόγω προβλήματος χώρου, πολλοί δάσκαλοι μας κρατούσαν μέσα στις τάξεις την ώρα του διάλλειμματος. Ωστόσο, οι σχολικές ώρες ήταν οι πιο ζωντανές της τότε καθημερινότητας μου.Όποιος μένει σε εκείνες τις περιοχές του κέντρου θα ξέρει από πρώτο χέρι ότι εκτός από πεζοδρόμια, δρόμους, μαγαζιά και πολυκατοικίες, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλάνες και πράσινο είναι δύο λέξεις οι οποίες απουσιάζουν από το λεξιλόγιο της Αθήνας. Ακόμα και αν υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις (Πεδίο του Άρεως, Λόφος Στρέφη, Λόφος Λυκαβητού) η γενική εικόνα είναι δυσάρεστη. Επομένως, χώρος για παιχνίδι δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια. Σκεφτόμενος αυτά, πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα δείξω σε κάποιον τουρίστα που θα επισκεφθεί την Αθήνα εκτός από τον Παρθενώνα, τις στήλες του Ολυμπίου Διός, τον Ναό του Ποσειδώνα (αν έχει την υπομονή να οδηγήσουμε μέχρι το Σούνιο) και άντε και το Μοναστηράκι με τους γραφικούς πεζόδρομους του. Άλλη ιστορία αυτό...
Οι γονείς μου αναγνωρίζοντας αυτή την δυσκολία, μου έμαθαν να χρησιμοποιώ το video και την τηλεόραση. Εκείνη την εποχή τα παιδικά προγράμματα είχαν άλλη ποιότητα. Ακόμα ανατριχιάζω όταν ακούω το μουσικό θέμα των Thundercats ή όταν βλέπω τα μπλε πλασματάκια με τα άσπρα καπέλα. Δεν μπορώ να το ξέρω αλλά πιστεύω ότι με τα σημερινά παιδικά προγραμματα – που κατά γενική ομολογία μόνο παιδικά δεν είναι – δεν νομίζω ότι θα διασκέδαζα τόσο. Από εκείνη την περίοδο της ζωής μου θυμάμαι επίσης τις Κυριακές που ο παππούς μου με πήγαινε στην παιδική χαρά. Πραγματικά, εκείνες τις ώρες καταλάβαινα τι σημαίνει να είσαι πιτσιρίκι και τι σημαίνει η ζωή σου να ξεφεύγει ξαφνικά από το στενό χώρο που οριοθετούν 4 τοίχοι.
Μετά από κάποια χρόνια, άλλαξα γειτονιά. Στάθηκα πολύ τυχερός γιατί κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι σε τέτοιες ηλικίες. Ποδόσφαιρο, κρυφτό, επτάπετρο και άλλα τέτοια παιχνίδια με κρατούσαν ευχάριστα απασχολημένο τα απογεύματα. Το πρωί του Σαββάτου ήταν σκέτη απόλαυση. Ξύπναγα πρωί-πρωί για να δω την παρέα του Bugs Bunny, τον Αστυνόμο Σαϊνη και τον Dr. Claw, ένα άλλο παιδικό που δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα του πια αλλά εξιστορούσε τις βουβές περιπέτειες ενός λαγού που πετούσε βάζοντας σε κίνηση τα αυτιά του (οι ηλικιακά κοντινοί μου θα καταλάβουν αμέσως σε ποιο πράγμα αναφέρομαι), τα Λαστιχαρκουδάκια (θέμα γούστων βέβαια), τον Τομ και Τζέρρυ και φυσικά το καλύτερο μου: το δύσμοιρο Κογιότ που τραβούσε τα πάνδεινα από τον Road Runner.
Σήμερα κοιτάζω πίσω στα παιδικά μου χρόνια και αναπολώ. Προσπαθώ να βρω τα ίδια πράγματα αλλά εις μάτην. Τα σημερινά παιδιά περνάνε το χρόνο τους στα internet café και γυρνάνε τσόντες στα σχολεία με τις κάμερες των κινητών τους. Ακόμα και η τηλεόραση δείχνει παιδικά προγράμματα για το εμπόριο και μόνο, ενώ έχει σαν σκοπό να εξαναγκάσει το παιδί να αγοράσει την κούκλα, τα αξεσουάρ ή την λαμπάδα του αγαπημένου του υπερ-ήρωα. Δεν πιστεύω ότι οι στιγμές που περνάνε τα παιδιά σήμερα θα χαρακτούν σαν εικόνες στο αλμπουμ του μυαλού τους. Όποιος έχει το καλύτερο και πιο σύγχρονο κινητό είναι ο αρχηγός της παρέας και όχι εκείνος που πραγματικά κάνει τους φίλους του να περνάνε καλά με τα αστεία του και τη δυνατή προσωπικότητα του. Μερικές φορές με πιάνει απελπισία. Μερικές φορές νιώθω λύπη για αυτά τα παιδιά που δεν επιλέξανε τίποτα από όλα αυτά, απλά τους επιβλήθηκαν. Δεν πειράζει όμως, ίσως να είναι καλύτερα έτσι...
Ετικέτες
σχολείο,
change,
thundercats,
times
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007
Times Change (part I)
Τις προάλλες είδα με δύο φίλους μου μια, κατά τη γνώμη μου, αρκετά προφητική ταινία. Το όνομα αυτής Children of Men και λάμβανε χώρα στο Λονδίνο του 2027. Για κάποιο λόγο που σαφώς συνδέεται με τον τρόπο ζωής της σημερινής κοινωνίας το ανθρώπινο είδος μαστιζόταν από μία όχι ακριβώς ασθένεια αλλά κατάρα, την στειρότητα. Το concept της συγκεκριμένης ταινίας ήταν αρκετά καλό σαν σκέψη και περίμενα να δω κάτι ανάλογο και σε σκηνοθετικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε αλλά οι λόγοι γι’ αυτό δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του συγκεκριμένου post.
Μετά το τέλος της ταινίας ακολούθησε μια χαλαρή συζήτηση πάνω στο θέμα του έργου. Είναι όντως ορατός ο κίνδυνος το ανθρώπινο είδος να αφανιστεί με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο; Συμφωνήσαμε όλοι ότι ο σεναριογράφος δεν ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι ο κόσμος μας κινδυνεύει από την στειρότητα. Ήταν απλά μια προσωποποίηση του γεγονότος ότι οι καιροί αλλάζουν και ο κίνδυνος αλλοτρίωσης της κοινωνίας παραμονεύει. Είναι γνωστό ότι κάθε περίοδος της ανθρωπότητας συνοδευόταν από διαφορετικά ήθη και έθιμα. Από διαφορετικούς ρυθμούς και τρόπους ζωής αν προτιμάτε. Οι μεταλλαγές αυτές όμως γινόντουσαν με ρυθμούς πολύ πιο αργούς και «νωχελικούς» απ’ ότι τώρα.
Πάρτε για παράδειγμα το χάσμα γενεών. Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εσάς αντιμετωπίσατε το συγκεκριμένο φαινόμενο και αρκετοί από εσάς ίσως και να φέρουν τραυματικές εμπειρίες από αυτό. Αν όμως θελήσουμε να γυρίσουμε μια γενιά πίσω (σε εκείνη των γονιών μας) θα βλέπαμε ότι αυτό το χάσμα δεν ήταν τόσο μεγάλο. Βέβαια, δεν είμαι κοινωνιολόγος για να εξετάσω αυτή την πεποίθηση από επιστημονική σκοπιά αλλά μέσα από συζητήσεις που έχω κάνει έχω υιοθετήσει αυτήν την άποψη. Η κοινωνία μας βαδίζει πολύ γρήγορα. Ίσως πολύ πιο γρήγορα για να την ακολουθήσει ο μέσος άνθρωπος.
Όσο και απελευθερωμένος και να είναι κάποιος δεν μπορεί να μην προσέξει τις ορδές των πανομοιότυπων ανηλίκων που βολτάρουν κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ στις γνωστές γωνιές-σημεία συνάντησης της Αθήνας και να μην περάσει έστω και μία σκέψη από το μυαλό του ότι αυτό που βλέπει ίσως και να μην είναι το φυσιολογικό. Ολόιδια κουρέματα, ολόιδιο dress code, ολόιδια παπούτσια αλλά και ολόιδια συμπεριφορά στοιχειοθετούν αυτό που ορισμένοι γενικεύουν χαρακτηρίζοντας το ως γενιά emo. Αν αυτό το είδος εμφάνισης – και δεν επιθυμώ να το προβάλλω ως είδος αντιμετώπισης της ζωής – δημιουργήθηκε έτσι ώστε ορισμένοι να ξεχωρίσουν από τη μάζα, πολύ φοβάμαι ότι απέτυχε. Δεν ξέρω αν αυτή η μαζοποίηση είναι απλά ένα σημάδι των καιρών ή μια κατάσταση που αρχίζει να εδραιώνεται αλλά σίγουρα, και όσον αφορά το τώρα, η εικόνα είναι μάλλον δυσοίωνη και δύσπεπτη. Αλλά είναι αυτό αναγκαία κακό για την εξέλιξη του ανθρώπου;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δυστυχώς θα την λάβουμε μετά από πολλά χρόνια και ίσως με ένα τρόπο όπου θα είναι δύσκολο εώς αδύνατο να επιχειρήσουμε αναστροφή. Προς το παρόν μπορούμε να παρακολουθήσουμε το video clip των Porcupine Tree (http://www.youtube.com/watch?v=sUnAxegUJu0) και να αναρωτηθούμε αν αυτές οι σκηνές διαδραματίζονται κοντά μας ή ευτυχώς για μας πολύ μακριά, στην αυλή του γείτονα….
Μετά το τέλος της ταινίας ακολούθησε μια χαλαρή συζήτηση πάνω στο θέμα του έργου. Είναι όντως ορατός ο κίνδυνος το ανθρώπινο είδος να αφανιστεί με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο; Συμφωνήσαμε όλοι ότι ο σεναριογράφος δεν ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι ο κόσμος μας κινδυνεύει από την στειρότητα. Ήταν απλά μια προσωποποίηση του γεγονότος ότι οι καιροί αλλάζουν και ο κίνδυνος αλλοτρίωσης της κοινωνίας παραμονεύει. Είναι γνωστό ότι κάθε περίοδος της ανθρωπότητας συνοδευόταν από διαφορετικά ήθη και έθιμα. Από διαφορετικούς ρυθμούς και τρόπους ζωής αν προτιμάτε. Οι μεταλλαγές αυτές όμως γινόντουσαν με ρυθμούς πολύ πιο αργούς και «νωχελικούς» απ’ ότι τώρα.
Πάρτε για παράδειγμα το χάσμα γενεών. Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εσάς αντιμετωπίσατε το συγκεκριμένο φαινόμενο και αρκετοί από εσάς ίσως και να φέρουν τραυματικές εμπειρίες από αυτό. Αν όμως θελήσουμε να γυρίσουμε μια γενιά πίσω (σε εκείνη των γονιών μας) θα βλέπαμε ότι αυτό το χάσμα δεν ήταν τόσο μεγάλο. Βέβαια, δεν είμαι κοινωνιολόγος για να εξετάσω αυτή την πεποίθηση από επιστημονική σκοπιά αλλά μέσα από συζητήσεις που έχω κάνει έχω υιοθετήσει αυτήν την άποψη. Η κοινωνία μας βαδίζει πολύ γρήγορα. Ίσως πολύ πιο γρήγορα για να την ακολουθήσει ο μέσος άνθρωπος.
Όσο και απελευθερωμένος και να είναι κάποιος δεν μπορεί να μην προσέξει τις ορδές των πανομοιότυπων ανηλίκων που βολτάρουν κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ στις γνωστές γωνιές-σημεία συνάντησης της Αθήνας και να μην περάσει έστω και μία σκέψη από το μυαλό του ότι αυτό που βλέπει ίσως και να μην είναι το φυσιολογικό. Ολόιδια κουρέματα, ολόιδιο dress code, ολόιδια παπούτσια αλλά και ολόιδια συμπεριφορά στοιχειοθετούν αυτό που ορισμένοι γενικεύουν χαρακτηρίζοντας το ως γενιά emo. Αν αυτό το είδος εμφάνισης – και δεν επιθυμώ να το προβάλλω ως είδος αντιμετώπισης της ζωής – δημιουργήθηκε έτσι ώστε ορισμένοι να ξεχωρίσουν από τη μάζα, πολύ φοβάμαι ότι απέτυχε. Δεν ξέρω αν αυτή η μαζοποίηση είναι απλά ένα σημάδι των καιρών ή μια κατάσταση που αρχίζει να εδραιώνεται αλλά σίγουρα, και όσον αφορά το τώρα, η εικόνα είναι μάλλον δυσοίωνη και δύσπεπτη. Αλλά είναι αυτό αναγκαία κακό για την εξέλιξη του ανθρώπου;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δυστυχώς θα την λάβουμε μετά από πολλά χρόνια και ίσως με ένα τρόπο όπου θα είναι δύσκολο εώς αδύνατο να επιχειρήσουμε αναστροφή. Προς το παρόν μπορούμε να παρακολουθήσουμε το video clip των Porcupine Tree (http://www.youtube.com/watch?v=sUnAxegUJu0) και να αναρωτηθούμε αν αυτές οι σκηνές διαδραματίζονται κοντά μας ή ευτυχώς για μας πολύ μακριά, στην αυλή του γείτονα….
Ετικέτες
change,
Children of Men,
emo,
Porcupine Tree,
times
Σάββατο 9 Ιουνίου 2007
Foreword
Για να πω την αλήθεια, η ιδέα ενός blog ποτέ δεν με είχε εξιτάρει ιδιαίτερα. Ακόμα και όταν ξέσπασε μαινόμενη η "μόδα" για τα blogs στην Ελλάδα, πολλοί γνωστοί μου μέσα σε ένα βράδυ είχαν δημιουργήσει το δικό τους διαδικτυακό χώρο όπου μέσα σε αυτό έγραφαν για θέματα που τους απασχολούσαν, για θέματα που ήθελαν να συζητήσουν με άλλους ομοϊδεάτες τους ή για θέματα που πίστευαν ότι έπρεπε να αποκτήσουν κάποια αναγνωρισιμότητα. Το αποτέλεσμα των συγκεκριμένων blogs όπως και πολλών άλλων, καθώς επίσης και την επίδραση τους δεν είμαι σε θέση να τα σχολιάσω. Μέσα από συζητήσεις που είχα επί αυτού του θέματος, εγώ παρέμενα ακλόνητος στην αρχική μου πεποίθηση ότι ένα blog προσφέρει λιγότερα απ' ότι απαιτεί.
Οι βασικοί λόγοι γι' αυτό ήταν δύο. Πρώτον και κύριον, ένα blog απαιτεί αφοσίωση. Καθημερινή, εβδομαδιαία, μηνιαία... πάντως αφοσίωση. Εκείνη την εποχή μου φαινόταν αδιανόητο κάποιος να εξωτερικεύει τις απόψεις του και τα ενδιαφέροντα του σε σχεδόν καθημερινή βάση μόνο και μόνο για να νιώθει ότι αυτά που γράφει διαβάζονται, σχολιάζονται, αποδοκιμάζονται ή προσυπογράφονται από αγνώστους. Μετά από κάποια χρόνια, πολλά από αυτα τα blogs έκλεισαν, είτε από έλλειψη χρόνου, είτε από μεταστροφή του ενδιαφέροντος σε άλλες μορφές ενασχόλησης, είτε από απλή "βαρεμάρα" των συγγραφέων τους. Στον αντίποδα όμως, αρκετά κράτησαν, αλλά η γενική εικόνα έμοιαζε σαν παρατημένα και γκρεμισμένα σπίτια μετά από την αμείλικτη πάροδο του χρόνου.
Ο δεύτερος σημαντικότερος λόγος ήταν ο εξής απλός. ΟΚ, φτιάχνω ένα blog, το διανθίζω με ότι με αντιπροσωπεύει και με ευχαριστεί, φροντίζω επίσης να το ανανεώνω συχνά, αλλά ποιος θα το διαβάσει; Το να "πέσεις" τυχαία πάνω σε ένα blog κάποιου μοιάζει λίγο με το να συναντήσεις κάποιον στη Γαλλία και την επόμενη μέρα να τον ξανασυναντήσεις στο Θησείο να πίνει καφέ στην λιακάδα. Πιθανότητες; Ελάχιστες εώς μιδαμινές. Ένα από τα επιχειρήματα των bloggers είναι ότι το να συντηρείς ένα blog δεν έχει σαν στόχο το να γίνεις γνωστός. Συμφωνώ και διαφωνώ ταυτόχρονα. Το να "γίνεις γνωστός" εξαρτάται από πολλές παραμέτρους και ίσως να ακούγεται κάπως εγωϊστικό και ματαιόδοξο σαν σκοπός. Το να θέλεις να διαβάζονται από τρίτους αυτά που γράφεις όμως είναι θεμιτό. Παίρνοντας αυτό σαν βάση, αναρωτιέμαι: Αν δεν επιθυμεί λοιπόν κάποιος να διαβαστεί, γιατί να μπει στον κόπο να γράψει online;
Αν διάβαζα εγω αυτό το κείμενο σίγουρα θα ρωτούσα πως είναι δυνατόν εκείνος που θεωρούσε το blogging χάσιμο χρόνου να ασχολείται τώρα με αυτό. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι με την πάροδο του χρόνου αναθεώρησα τις απόψεις μου. Πλέον, προτιμώ να βλέπω αυτή την ασχολία σαν τη συγγραφή ενός ημερολογίου. Το ημερολόγιο σου δεν σε νοιάζει να διαβαστεί ή να πέσει στα χέρια κάποιου άλλου. Το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τα προσωπικά θέματα που δεν έχεις πρόβλημα να μοιραστείς με άλλους και τα θέματα τα οποία επουδενί δεν θες να μοιραστείς. Το blog για μένα περιέχει ζητήματα της πρώτης κατηγορίας.
Τελειώνοντας αυτή την εισαγωγή θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου σε ένα πολύ καλό μου φίλο, ο οποίος χωρίς να το ξέρει, μου έδωσε την τελευταία και την πιο σημαντική ώθηση για να αρχίσω αυτό το blog.
D-Faser
Οι βασικοί λόγοι γι' αυτό ήταν δύο. Πρώτον και κύριον, ένα blog απαιτεί αφοσίωση. Καθημερινή, εβδομαδιαία, μηνιαία... πάντως αφοσίωση. Εκείνη την εποχή μου φαινόταν αδιανόητο κάποιος να εξωτερικεύει τις απόψεις του και τα ενδιαφέροντα του σε σχεδόν καθημερινή βάση μόνο και μόνο για να νιώθει ότι αυτά που γράφει διαβάζονται, σχολιάζονται, αποδοκιμάζονται ή προσυπογράφονται από αγνώστους. Μετά από κάποια χρόνια, πολλά από αυτα τα blogs έκλεισαν, είτε από έλλειψη χρόνου, είτε από μεταστροφή του ενδιαφέροντος σε άλλες μορφές ενασχόλησης, είτε από απλή "βαρεμάρα" των συγγραφέων τους. Στον αντίποδα όμως, αρκετά κράτησαν, αλλά η γενική εικόνα έμοιαζε σαν παρατημένα και γκρεμισμένα σπίτια μετά από την αμείλικτη πάροδο του χρόνου.
Ο δεύτερος σημαντικότερος λόγος ήταν ο εξής απλός. ΟΚ, φτιάχνω ένα blog, το διανθίζω με ότι με αντιπροσωπεύει και με ευχαριστεί, φροντίζω επίσης να το ανανεώνω συχνά, αλλά ποιος θα το διαβάσει; Το να "πέσεις" τυχαία πάνω σε ένα blog κάποιου μοιάζει λίγο με το να συναντήσεις κάποιον στη Γαλλία και την επόμενη μέρα να τον ξανασυναντήσεις στο Θησείο να πίνει καφέ στην λιακάδα. Πιθανότητες; Ελάχιστες εώς μιδαμινές. Ένα από τα επιχειρήματα των bloggers είναι ότι το να συντηρείς ένα blog δεν έχει σαν στόχο το να γίνεις γνωστός. Συμφωνώ και διαφωνώ ταυτόχρονα. Το να "γίνεις γνωστός" εξαρτάται από πολλές παραμέτρους και ίσως να ακούγεται κάπως εγωϊστικό και ματαιόδοξο σαν σκοπός. Το να θέλεις να διαβάζονται από τρίτους αυτά που γράφεις όμως είναι θεμιτό. Παίρνοντας αυτό σαν βάση, αναρωτιέμαι: Αν δεν επιθυμεί λοιπόν κάποιος να διαβαστεί, γιατί να μπει στον κόπο να γράψει online;
Αν διάβαζα εγω αυτό το κείμενο σίγουρα θα ρωτούσα πως είναι δυνατόν εκείνος που θεωρούσε το blogging χάσιμο χρόνου να ασχολείται τώρα με αυτό. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι με την πάροδο του χρόνου αναθεώρησα τις απόψεις μου. Πλέον, προτιμώ να βλέπω αυτή την ασχολία σαν τη συγγραφή ενός ημερολογίου. Το ημερολόγιο σου δεν σε νοιάζει να διαβαστεί ή να πέσει στα χέρια κάποιου άλλου. Το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τα προσωπικά θέματα που δεν έχεις πρόβλημα να μοιραστείς με άλλους και τα θέματα τα οποία επουδενί δεν θες να μοιραστείς. Το blog για μένα περιέχει ζητήματα της πρώτης κατηγορίας.
Τελειώνοντας αυτή την εισαγωγή θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου σε ένα πολύ καλό μου φίλο, ο οποίος χωρίς να το ξέρει, μου έδωσε την τελευταία και την πιο σημαντική ώθηση για να αρχίσω αυτό το blog.
D-Faser
Ετικέτες
εισαγωγή,
πρώτες λέξεις,
editorial,
foreword,
intro
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)